Η Δημοτική Ενότητα Γόμφων του Δήμου Πύλης είναι στο σύνολό της πεδινή περιοχή. Αποτελείται από 6 δημοτικές κοινότητες, έχει έκταση 59 km2 και συνολικό πληθυσμό 4.097 κατοίκους. Βρίσκεται στο νότιο τμήμα του Ν. Τρικάλων και συνορεύει ανατολικά με το Δήμο Τρικκαίων, νότια με το Ν. Καρδίτσας, δυτικά με τις Δ.Ε. Πύλης και Πιαλείων και βόρεια με τη Δ.Ε. Πιαλείων. Η Δ.Ε. Γόμφων, παρά το γεγονός ότι είναι μία από τις μικρότερες σε έκταση δημοτικές ενότητες, είναι μία από τις πιο πυκνοκατοικημένες του Ν. Τρικάλων. Αποτελεί ένα βασικό τμήμα της λεκάνης του Πορταϊκού ποταμού, στην πεδινή περιοχή της εκβολής του στον Πηνειό. Ο Πορταϊκός ποταμός είναι ένας από τους παραπόταμους του Πηνειού. Εντός της περιοχής, εμφανίζονται δύο μικρότεροι υδάτινοι φυσικοί αγωγοί, που περιβάλλουν τους οικισμούς της Μουριάς και των Γόμφων και εκβάλουν στον Πάμισο ποταμό, παραπόταμο του Πηνειού επίσης, εκτός των ορίων της Δ.Ε.
Στη θέση Επισκοπή, στην αριστερή όχθη του ποταμού Πάμισου, κοντά στο Μουζάκι, έχουν επισημανθεί τα ερείπια της αρχαίας πόλης «Γόμφοι». Στα χρόνια του Φιλίππου Β’ είχε μετονομαστεί σε Φιλιππούπολη. Το 198 π.Χ. οι Γόμφοι περιέρχονται στο βασίλειο της Αθαμανίας. Η Αθαμανία ήταν η περιοχή της κεντρικής Πίνδου που διαρρέεται από τον Άνω Αχελώο, τον αρχαίο Ίναχο. Περιελάμβανε το νοτιοανατολικό τμήμα της Ηπείρου και το δυτικό ορεινό τμήμα της Θεσσαλίας. Αθαμάνες και Μολοσσοί αποκαλούνται λαοί της Ηπείρου από το Στράβωνα. Η ορεινή περιοχή του Ν. Καρδίτσας, όπου βρίσκονται τα χωριά της Αργιθέας, αποτελούσαν στην αρχαιότητα τμήμα της Αθαμανίας. Οι Αθαμάνες ήταν ένα από τα ελληνικά φύλα που εγκαταστάθηκαν εδώ τη 2η χιλιετία π.Χ. και πήραν μέρος στις μετακινήσεις των Ελλήνων στα τέλη του 12ου αιώνα π.Χ. ως τον 9ο αιώνα π.Χ. Γενάρχης τους, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Απολλόδωρου, ήταν ο Αθάμας, βασιλιάς της Βοιωτίας, ο οποίος εγκαταστάθηκε στις πλαγιές της Πίνδου μετά από περιπλανήσεις και «φιλοξενήθηκε» από άγρια ζώα. Διώχθηκε από την πατρίδα του επειδή είχε σκοτώσει το γιο του Λέαρχο.
Στην περιοχή της Δ.Ε. Γόμφων έχουν ανευρεθεί αρχαιολογικοί χώροι οι οποίοι προστατεύονται από τις διατάξεις του αρχαιολογικού νόμου «Για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς». Η 7η εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού, έχει καταγράψει στην Δ.Ε. Γόμφων ορισμένα Βυζαντινά και Μεταβυζαντινά μνημεία, ενώ η 5η εφορεία Νεότερων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού, έχει καταγράψει στη Δ.Ε. Γόμφων «Το Κονάκι Ζαβιτσιάνου», ως νεότερο μνημείο.
Δημοτικές Κοινότητες
Γόμφοι
Οι Γόμφοι βρίσκονται σε υψόμετρο 135μ., απέχουν 15 χλμ. από τα Τρίκαλα και έχουν 818 κατοίκους. Το χωριό έχει πάρει το όνομά του από τον μεγάλης αρχαιολογικής σημασίας χώρο των αρχαίων Γόμφων, ενώ «Ραψίστα» ήτανε η παλιά του ονομασία. Ο αρχαιολογικός χώρος βρίσκεται στα όρια με το Μουζάκι Καρδίτσας.
Διαθέτει ανεκτίμητη ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά, από τη νεολιθική εποχή με πολλά ευρήματα ως σήμερα. Αποτέλεσε αρχαία πόλη υψηλής στρατηγικής σημασίας που ονομάστηκε Φιλιππούπολη» προς τιμήν του Φιλίππου Β΄ της Μακεδονίας. Υπήρξε μήλον της έριδος μεταξύ του Φιλίππου Ε΄ και του Αμυνάδρου βασιλιά των Αθαμανών, ενεργό μέλος της Αιτωλικής Συμπολιτείας. Αποτέλεσε πέρασμα του Ύπατου Πόλπιου Λίκινου Κράσσου και του Ιουλίου Καίσαρα, στο δρόμο για την αναμέτρησή του με τον Πομπηίο.
Στους πρόποδες του όρους Ίταμος και στα όρια του νομού Τρικάλων και Καρδίτσας υπάρχουν τρείς λόφοι: το Βουλωτό, το Παλαιομονάστηρο Ι και το Παλαιομονάστηρο ΙΙ. Ανάμεσά τους και προς τα νοτιοανατολικά, ως την κοίτη του ποταμού Πάμισου, σχηματίζουν μια κοιλάδα με άνοιγμα περίπου 600μ. Η θέση ονομάζεται σήμερα Επισκοπή. Αυτό το σημείο είχαν επιλέξει οι αρχαίοι Γομφαίοι για να χτίσουν την πόλη τους. Η λέξη «Γόμφος» σήμαινε χονδρό ξυλοκάρφι, αυτό που χρησιμοποιείται για τη συνένωση δύο μεγάλων καδρονιών. Η παρομοίωση της περιοχής με γόμφο ήταν επιτυχής, τόσο γιατί οπτικά έδινε την εικόνα του καρφιού, αλλά και γιατί αποτελούσε το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στη Θεσσαλία και την Ήπειρο. Η υψηλή στρατηγικής, λοιπόν, σημασίας πόλη έπαιζε το ρόλο του φρουρού και διέκοπτε την πορεία προς την Εστιαιώτιδα (την περιοχή δηλαδή των Τρικάλων της αρχαίας Θεσσαλίας) μέσα από το πέρασμα της Πύλης, ανάμεσα από τα όρη Τζουμέρκα και το όρος Κόζιακα, καθώς και την πορεία προς την Θεσσαλιώτιδα (η αντίστοιχη περιοχή της Καρδίτσας), ανάμεσα από το όρος Φτέρη και τα Άγραφα, μέσα από το Μουζάκι. Γι’ αυτό το λόγο οι κάτοικοι είχαν οχυρώσει την πόλη με διπλά τείχη: ένα εξωτερικό με μεγάλους ογκόλιθους και εσωτερικά ένα με ωμές πλίθινες πλάκες σκεπασμένες με κέραμους. Τμήμα του τείχους φαίνεται στα ανατολικά, ενώ τμήμα της Ακρόπολης έχει βρεθεί στο δάσος του Παλαιομονάστηρου.
Το δάσος παρείχε επιπλέον προστασία από βόρειους ανέμους και έτσι η διαμονή στην πόλη ήταν πιο άνετη. Το κέντρο της βρισκόταν στην περιοχή της Επισκοπής και πλαισιωνόταν από δύο συνοικισμούς, το Παλαιομονάστηρο και τη Λυγαριά. Κύρια ασχολία των κατοίκων ήταν η καλλιέργεια σιτηρών. Πρέπει να άνθιζε όμως και η αμπελοκαλλιέργεια, αφού σύμφωνα με τις επιγραφές που έχουν βρεθεί, πολιούχος της πόλης ήταν ο “Κάρπιος” Διόνυσος. Επίσης λατρευόταν ο Ζεύς ο Παλάμνιος και ο Ζεύς ο Φίλλιπος ο Β’, βασιλιάς της Μακεδονίας που κατέλαβε τη Θεσσαλία, και προς τιμήν του η πόλη μετονομάστηκε προσωρινά σε «Φιλλίπους» ή «Φιλλιπούπολη». Το 208 π.Χ. η πόλη προσχώρησε στην Αιτωλική Συμπολιτεία, γεγονός που μαρτυρά ανολοκλήρωτη επιγραφή στους Δελφούς, μεταξύ των ιερομνημόνων της συμπολιτείας. Το 198 π.Χ. ο Φίλλιπος ο Ε’ κατέλαβε την περιοχή και το 197–196 π.Χ. έπεσε στα χέρια του εχθρού του Ανυμάνδρου, βασιλιά των Αθαμανών.
Σύμφωνα με μαρτυρία του Πλούταρχου, ο βασιλιάς Αμύνανδρος προχώρησε προς τους Γόμφους που τους είχε αδιάκοπα στο μάτι και κυρίευσε την ποθητή αυτή πόλη. Αυτή τη διετία η πόλη έμεινε σε πολιτική αδράνεια και έχασε την επαφή της με τη Συμπολιτεία. Με επανάκτηση της κυριότητας από το Φίλλιπο τον Ε’ το 189 π.Χ., απαλλάχθηκε από τους Αθαμανούς και ως το 185 π.Χ. ήταν μέλος των ελεύθερων θεσσαλικών πόλεων.
Τότε έγινε και μια συμπολιτεία μεταξύ Γόμφων και Θαμίων της Ιθώμης (σημερινό Φανάρι Καρδίτσας) σε θέματα δικαίου και νόμων, πολιτιστικών στοιχείων κλπ. Το 171 π.Χ. διήλθε ο Ύπατος Πόπλιος Λίκινος Κράσσος στην πορεία του να συναντήσει τον Περσέα βασιλιά της Μακεδονίας. Το 48 π.Χ. την πόλη προσέγγισε ο Ιούλιος Καίσαρας κατά την πορεία του για να συναντήσει τον Πομπηίο και τον Σκιπίωνα. Όμως ο στρατηγός Ανδροσθένης ο Γυρτώνιος, ταγός της Θεσσαλίας και υπερασπιστής της πόλης, παρασυρόμενος από τη νίκη του Πομπηίου στο Δυρράχιο, συμμάχησε με αυτόν. Αρνήθηκε λοιπόν την αίτηση του Καίσαρα για φιλοξενία, στηριζόμενος στην προστασία από τα τείχη και στη βοήθεια του Πομπηίου. Όμως η βοήθεια καθυστέρησε να έρθει με αποτέλεσμα η πόλη να κυριευτεί από τον Καίσαρα. Στη μάχη αυτή πέθανε και ο Ανδροσθένης. Τα στρατεύματα λεηλάτησαν με αισχρό τρόπο την πόλη και όπως αναφέρει ο Αππιανός, ήπιαν άφθονο κρασί και μέθυσαν τόσο πολύ, ώστε συμπεριφέρθηκαν εντελώς απρεπώς. Παράλληλα, θεραπεύτηκαν και από μια ασθένεια που βασάνιζε το στράτευμα για πολύ καιρό. Τον 6ο μ.Χ. αιώνα και με εντολή του Ιουστινιανού έγινε επιδιόρθωση των τειχών, ενώ αργότερα ο Ηράκλειος έκανε την πόλη έδρα επισκόπων (ονομασία “Επισκοπή”). Στην περιοχή υπήρχε και ένα παλιό μοναστήρι που έδωσε το όνομά του στην κοινότητα Παλαιομονάστηρου.
Το 1600 η πόλη καταστράφηκε ολοσχερώς με την επανάσταση του Επισκόπου Τρίκκης και Λαρίσης Διονυσίου του Β’ του Φιλοσόφου ή Σκυλοσόφου. Στην περιοχή έχουν βρεθεί από τον αρχαιολόγο κ. Ζιάκα και δύο νεολιθικοί οικισμοί της 6ης χιλιετίας π.Χ., με αξιόλογα ευρήματα, όπως μια ανάγλυφη πλάκα που απεικονίζει τον Ομηρικό Οδυσσέα να καθαρίζει πληγή του από το κυνήγι. Τέλος με την υπουργική απόφαση 1154/4-3-1964 (ΦΕΚ. 91/Β/19.3.1964) η περιοχή κηρύχθηκε αρχαιολογικός χώρος.
Δροσερό
Το Δροσερό, «Στεφανοσαίοι» σύμφωνα με την παλιά ονομασία, απέχει από τα Τρίκαλα 6 χλμ. Βρίσκεται σε υψόμετρο 110μ. και έχει 383 κατοίκους. Χαρακτηρίζεται από τον Πηνειό ποταμό, του οποίου τα πρανή είναι χώρος πορείας για αθλητές, βόλτα με ποδήλατο κ.α., καθώς και από το δάσος, που ήδη αποτελεί επισκέψιμο χώρο φυσιολατρικού τουρισμού για σχολεία και όχι μόνο. Το όνομα «Στεφανοσαίοι» αναφέρεται για πρώτη φορά το 1688 στην πρόθεση 38 του Δουσίκου, φύλλο 26β. Σε άλλες πηγές της Τουρκοκρατίας θα δούμε τα ονόματα Στεφανοσέοι, Στεφανοσέος, Στεφανωσέοι. Με τα στοιχεία αυτά απορρίπτεται η άποψη που είχαν οι παλαιότεροι κάτοικοι του χωριού ότι η ονομασία προέρχεται απ’ τον Παύλο Στεφάνοβικ που αγόρασε τον οικισμό απ’ τους Τούρκους, γιατί η αγορά πραγματοποιήθηκε το 1881. Στο βιβλίο «οι οικισμοί της βορειοδυτικής Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατία», ο Β. Σπανός αναφέρει: «Όσον αφορά το τοπωνύμιο, θεωρούμε ότι είναι κυριωνύμιο, δηλαδή Στεφανοσαίοι είναι το χωριό του Στεφανούση, του βλαχόφωνου μάλλον Στεφάνου». Διοίκηση: Το χωριό μας, με το ΦΕΚ 126/2 Απριλίου 1883 υπάγεται στο δήμο Πιαλίων, με έδρα την «Καρβουνολεπενίτσα». (Στο ΦΕΚ αναγράφεται δήμος Πιαλίων και όχι Πιαλείων). Ο πληθυσμός του ήταν τότε 110 κάτοικοι. Με το ΦΕΚ 45/1886, η έδρα του δήμου μεταφέρεται στο «Βαρμπόπι». Ο Ευάγγ. Στάθης στο βιβλίο του «Το Βαλτινό», αναφέρει ότι πρώτος δήμαρχος ήταν ο Παπάρας Γεώργιος «απ’ το Μπελέτσι».
Με το βασιλικό διάταγμα της 29ης Αυγούστου 1912, το Δροσερό υπάχθηκε στην κοινότητα Μεγάλων Καλυβίων. Εκπρόσωπος του χωριού στο εξαμελές κοινοτικό συμβούλιο ήταν ο Ευάγγ. Νταλούκας Αναγνώστης. Από το 1914 μέχρι 17-11-1922, πρόεδρος της κοινότητας Μεγάλων Καλυβίων ήταν ο Αθανάσιος Σπυρόπουλος, ενώ από 18-11-1922 μέχρι 14-11-1923, ο Νικόλαος Κωνσταντινόπουλος. Εκπρόσωπος του χωριού στο εξαμελές κοινοτικό συμβούλιο παρέμεινε ο Ευάγγ. Νταλούκας μέχρι τον αποχωρισμό που πραγματοποιήθηκε το τέλος του 1824. (Νικ. Χιώτης: Μεγάλα Καλύβια – Ο τόπος μας και ο κόσμος μας, Β τόμος). Με το Βασιλικό διάταγμα της 20ης Ιουνίου 1919, το χωριό αναγνωρίστηκε ως κοινότητα. Αποσπάστηκε απ’ την κοινότητα Μεγάλων Καλυβίων το 1925 με πρώτο πρόεδρο τον Κωνσταντίνο Νταλούκα. Με το νόμο 2537 (ΦΕΚ 244/97) το Δροσερό υπάχθηκε στο δήμο Γόμφων, με έδρα τη Λυγαριά και πρώτο δήμαρχο τον Παλλαντζά Νικόλαο. Με το νόμο 3852 (ΦΕΚ 87/2010) υπάχθηκε στο δήμο Πύλης, με έδρα την Πύλη και πρώτο δήμαρχο τον Κουφογάζο Κωνσταντίνο. Πηγή: Δροσερό (παλιά ονομασία Στεφανοσαίοι). Γράφει ο Παναγιώτης Κ. Νταλούκας (Αποσπάσματα από το βιβλίο Δροσερό – Στεφανοσαίοι, απ’ το χθες στο σήμερα).
Λυγαριά
Η Λυγαριά, με υψόμετρο 148μ. από την επιφάνεια της θάλασσας, απέχει 11 χλμ. από τα Τρίκαλα και έχει 446 κατοίκους. Βρίσκεται στο μέσο περίπου του οδικού δικτύου και γι’ αυτό και ορίστηκε έδρα του δήμου Γόμφων, έτσι ώστε η εξυπηρέτηση των δημοτών όλων των τοπικών κοινοτήτων από τις δημοτικές υπηρεσίες να είναι περίπου η ίδια.
Η παλιά ονομασία είναι «Γουρζί», ενώ η καινούργια προέρχεται από το πλήθος των αυτοφυών λυγαριών, που εκφύονται στις όχθες του Πορταϊκού ποταμού. Είναι δε γνωστή για τη Βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Χριστόφορου και τον καταπράσινο και πανέμορφο χώρο του Αγίου Γεωργίου.
Μουριά
Η Μουριά βρίσκεται νοτιοδυτικά των Τρικάλων και σε απόσταση περίπου 10 χλμ. Είναι ένα χωριό 518 κατοίκων, σε υψόμετρο 120μ., όμορφο με ίσιους δρόμους και σχέδιο πόλης. Έχει γύρω-γύρω σα στεφάνι περιφέρεια και στη μέση του σχεδόν τη μεγάλη πλατεία με το Ηρώον, και δίπλα τον Ι.Ν. των Ταξιαρχών και το δημοτικό σχολείο. Συνορεύει βορειοδυτικά με την Πηγή και τη Λυγαριά, νοτιοδυτικά και νότια με τους Γόμφους και τη Λαζαρίνα αντίστοιχα, ανατολικά με τα Μεγάλα Καλύβια και βόρεια με το Δροσερό. Ανήκει στην επαρχία Τρικάλων του Νομού Τρικάλων Θεσσαλίας.
Η πρώτη ονομασία της Μουριάς ήταν «Μικρή Πουλιάνα» και φέρεται στα κοινοτικά ληξιαρχικά βιβλία από το 1932. Ίσως τότε χωρίστηκε σαν κοινότητα από τη «Μεγάλη Πουλιάνα» (τη σημερινή Πηγή). Η ονομασία Πουλιάνα φαίνεται να έχει σχέση με το σλάβικο «Πολιάνα» και δεν αποκλείεται το χωριό να υπήρχε, σε συνοικισμούς έστω, από τη Σερβοκροατία στην περιοχή (επί Στεφάνου Δουσάν και Συμεών Ούρεση, περί τον 14ο αιώνα). Το «Πουλιάνα» μάλλον έχει σχέση με τα πουλιά που υπήρχαν στο δάσος, που εκτείνονταν δυτικά του χωριού στη περιοχή «Λόγγος». Ακριβώς πάλι και πιο πειστική είναι η ονομασία από το Πολιάνα = ξέφωτο (μέσα στο δάσος) όπου φαίνονταν τα πουλιά όταν πετούσαν όλα μαζί. Άρα και πριν την Τουρκοκρατία υπήρχε ή ξεκίνησε μάλλον η Μουριά, έστω με μικρούς εδώ και εκεί συνοικισμούς. Αρχικά υπάγονταν στο Δήμο Πιαλείων και από το 1928 που δημιουργήθηκαν οι κοινότητες, ανήκε στην κοινότητα Μεγάλης Πουλιάνας (Πηγής) μέχρι το 1932. Από 28-12-1955, όπως φαίνεται στα αρχεία και πρακτικά της κοινότητας, ονομάζεται «Μουριά». Αυτό έγινε ύστερα από εντολή του Υπουργείου Εσωτερικών με τη σύσταση: «η νέα ονομασία του χωριού με απόφαση του κοινοτικού συμβουλίου να είναι δισύλλαβη και να έχει σχέση με την παραγωγή του χωριού». Προτάθηκαν τότε δύο ονόματα: «Μουριά», από τις πολλές μουριές (σκαμνιές) και «Λεύκα» από τις πολλές λεύκες πού υπάρχουν στο χωριό, όπου επικράτησε τελικά το «Μουριά».
Τα αρχεία της κοινότητας και η ονομασία δε μας μιλούν ξεκάθαρα για το ξεκίνημα και τη διαμόρφωση (συγκέντρωση) του χωριού, που η ιστορία του χάνεται στα βάθη των αιώνων. Από την αρχή όμως της Τουρκοκρατούμενης εποχής έχουμε ενδεικτικά ιστορικά στοιχεία για την ύπαρξη-διαμόρφωση και ιστορία του χωριού, όπως η μεραγάτικη (Ομέρ-Αγάδικη) βρύση κοντά στην οποία έμεινε ο Ομέρ-Αγάς, Τούρκος αφέντης της περιοχής, και υπήρχε και τούρκικος στρατώνας. Στο προσκεφάλι της βρύσης υπήρχε και το μεγάλο δέντρο με τις 50 περίπου πεληκανοφωλιές. Κάτω από το μεγάλο αυτό δέντρο με τον απλωτό ίσκιο και τη μεγάλη κουφάλα του, έβρισκαν παλαιότερα καταφύγιο και ανάπαυση οι περαστικοί από τα χωριά Γελάνθη και Μαυρομμάτι, με τα γαϊδουράκια τους με σταφύλια, για τα Τρίκαλα και την επιστροφή. Η ανάπαυση-ξεκούραση συμπληρώνονταν με το δροσερό νερό της βρύσης. Ποτίζονταν σχεδόν το μισό βορειοδυτικό χωριό μέχρι και μετά το 1950, ενώ το δέντρο είχε σαπίσει και είχε κοπεί νωρίτερα. Σήμερα βέβαια δεν υπάρχει ούτε ίχνος από τα δύο αυτά υπέροχα, υπεραιωνόβια στολίδια του χωριού. Περνάει πλέον επάνω τους ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος. Ευτυχώς έπεσε πολύ αμμοχάλικο και τα νερά της βρύσης βγαίνουν παρακάτω και σχηματίζουν το μικρό ποταμάκι της Μπαρούκας, που στην περιφέρεια, έξω από το χωριό, περνάει απ’ το γεφύρι του Γαλάνη. Σε όλο το διάστημα της Τουρκοκρατίας υπήρχε λοιπόν το χωριό σε συνοικισμούς από τους οποίους συγκέντρωσαν οι Τούρκοι τους κατοίκους για να τους ελέγχουν καλύτερα.
Παλαιομονάστηρο
Το Παλαιομονάστηρο ή «Μπελέτσι» έχει 946 κατοίκους, υψόμετρο 175μ., απέχει 14 χλμ. από τα Τρίκαλα και μόλις 3 χλμ. από την Πύλη. Το χωριό βρίσκεται πολύ κοντά στην περιοχή των αρχαίων Γόμφων. Στο χωριό βρέθηκαν σπουδαία αρχαιολογικά ευρήματα. Στις θέσεις «Ζευγαρολίβαδο» και «Φούρλα Αμπέλι» εντοπίσθηκαν τάφοι Ελληνιστικών χρόνων. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές ο αρματολός Χατζηπέτρος, ως πολέμαρχος, έδωσε στην περιοχή μάχες με τους Τούρκους πριν απελευθερωθεί η Θεσσαλία από τον τουρκικό ζυγό.
Ερχόμενος στο χωριό ο επισκέπτης μπορεί επίσης να επισκεφθεί το μικρό και παλιό εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία όπου κατά την εορτή του, στις 20 Ιουλίου, συγκεντρώνεται πλήθος πιστών. Ξενοδοχείο δεν υπάρχει στο χωριό. Παρ’όλα αυτά, ο επισκέπτης μπορεί να διανύσει μια απόσταση πέντε λεπτών προς την Πύλη και να διανυκτερεύσει σε ένα από τα αρκετά ξενοδοχεία που υπάρχουν εκεί.
Πηγή
Η Πηγή ή αλλιώς μεγάλη Πουλιάνα είναι ένα όμορφο χωριό 8 χλμ. έξω από την πόλη των Τρικάλων, στην Εθνική οδό Τρικάλων-Άρτας. Έχει 986 κατοίκους και υψόμετρο 120μ. Στις 4-12-1997 η κοινότητα Πηγής καταργήθηκε και συνενώθηκε με το δήμο Γόμφων. Διοικητικά ανήκει στο Δήμο Πύλης, ενώ πριν το νόμο Καποδίστρια ανήκε στο δήμο Γόμφων. Είναι από τα μεγαλύτερα χωριά του νομού.
Το χωριό άλλαξε πολλές τοποθεσίες, λόγω κυρίως ασθενειών που αποδεκάτιζαν τον πληθυσμό, μέχρι να κατασταλάξει στη σημερινή του τοποθεσία. Σύμφωνα με πληροφορίες, στην τελευταία μετακίνηση του χωριού οι κάτοικοι χωρίστηκαν σε δύο οικισμούς, ο ένας είναι η Πηγή (Μεγάλη Πουλιάνα) και ο άλλος η Μουριά (Μικρή Πουλιάνα). Μέχρι και πριν τον αναδασμό, το χωριό είχε πάρα πολλά νερά και πηγές, απ’ όπου προκύπτει και η μία θεωρία από πού μπορεί να προέρχεται το όνομα του. Κύρια ασχολία των κατοίκων είναι η αγροτική ενασχόληση.
Αξιοθέατα του χωριού είναι το Κονάκι, το οποίο δεσπόζει επιβλητικά δίπλα από την κεντρική πλατεία του χωριού. Χτίστηκε στις αρχές του 1800 και σταδιακά χρησίμευσε σαν διοικητήριο Γερμανών και Τούρκων κατακτητών. Επίσης ανήκε στον εκάστοτε τσιφλικά του χωριού. Οι Σκαμνιές με το χώρο αγώνων είναι άλλο ένα σημείο αναφοράς του χωριού, όπου το 2000 διεξήχθησαν εκεί οι πανευρωπαϊκοί αγώνες ανωμάλου δρόμου.



























