Η Δημοτική Ενότητα Αιθήκων του Δήμου Πύλης αποτελείται από 11 δημοτικές κοινότητες, έχει έκταση 281 km2 και συνολικό πληθυσμό 1.200 κατοίκους. Βρίσκεται στο δυτικό μέρος του Ν. Τρικάλων και συνορεύει βόρεια με το Δήμο Μετεώρων, ανατολικά με τη Δ.Ε. Κόζιακα του Δήμου Τρικκαίων, νότια με τη Δ.E. Νεράιδας και τη Δ.Ε Πινδέων του Δήμου Πύλης και δυτικά με τους νομούς Ιωαννίνων και Άρτας.
Είναι καθαρά ορεινή περιοχή και περιλαμβάνει την υψηλότερη κορυφή των Τζουμέρκων, την Κακαρδίτσα, με υψόμετρο 2.450μ., καθώς και τις κορυφές Καπ-Γκράς (βλάχικη ονομασία που σημαίνει χονδρό κεφάλι), Νεράιδα Λουπάτα, Αυγό, Ξηροβούνι και Μεσοβούνι, Τσούκα και Τσάρτα και πολλές άλλες. Την περιοχή διασχίζει ο Ασπροπόταμος (Αχελώος) ποταμός, με τους παραποτάμους του, Καμναίτικο και Μουτσιαρίτη.
Η Δ.Ε. Αιθήκων, πήρε το όνομά της απ’ την αρχαία Αιθηκία. Η Αιθηκία αναφέρεται απ’ τον Όμηρο και το Στράβωνα, οι οποίοι χαρακτηρίζουν τους Αιθήκες ως λαό εξαιρετικά υπερήφανο, επιφορτισμένο να φρουρεί το πέρασμα απ’ την ‘Ήπειρο στη Θεσσαλία. Χαρακτηριστικό είναι ότι το 148 π.Χ., οι Ρωμαίοι, αφού ολοκλήρωσαν την κατάκτηση όλης της Θεσσαλίας, ανέθεσαν στους Αίθηκες και στους Αθαμάνες τη φύλαξη των επίκαιρων διαβάσεων της Πίνδου, δίνοντάς τους πολλά προνόμια. Το 1535, όλη η Θεσσαλία καταλαμβάνεται απ’ τους Τούρκους. Την εποχή αυτή τα ορεινά της Πίνδου γνωρίζουν τη μεγαλύτερη ανάπτυξη εξαιτίας της ενδυνάμωσης του πληθυσμού τους που προκλήθηκε λόγω της μαζικής μετακίνησης των κατοίκων της πεδινής Θεσσαλίας στα ορεινά. Την εποχή αυτή η κτηνοτροφία, η υφαντουργία των μάλλινων ειδών, αλλά και η λαϊκή αρχιτεκτονική έδωσε στα χωριά του Δήμου Αιθήκων ωραιότατα σπίτια, εκκλησίες, μοναστήρια, και γεφύρια, στα οποία είναι έντονη η επίδραση των Ηπειρωτών μαστόρων. Κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, σε όλα σχεδόν τα χωριά της Νότιας Πίνδου κτίζεται τουλάχιστον από μια νέα και λαμπρή εκκλησία.
Σε κάποια χωριά η βιοτεχνική παραγωγή των μάλλινων ειδών πήρε σημαντική διάσταση, όπως στο Δροσοχώρι και στο Νεραϊδοχώρι και αναπτύχθηκε το εμπόριο των μάλλινων ειδών, μέχρι τις Σέρρες και τη Βιέννη. Στα τέλη του 18ου αιώνα, Νεραϊδοχωρίτες έμποροι μάλλινων, δραστηριοποιούνται και εγκαθίστανται στο Μοναστήρι. Πολλοί κάτοικοι της Πύρρας ήταν περιφερόμενοι κασσιτερωτές, χαλκωματάδες και γανωτές. Τα χωριά της Νότιας Πίνδου κατοικούνται συνέχεια, χειμώνα-καλοκαίρι. Η μορφή της κτηνοτροφίας και της οικονομίας που είχαν αναπτύξει δεν απαιτούσε τη συλλογική μετακίνηση των οικογενειών. Ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων και περισσότερο οι οικογένειες των τεχνιτών, των μικροκαλλιεργητών, αλλά και των κτηνοτρόφων, ζούσαν το χειμώνα στα χωριά τους σχεδόν αποκομμένες από τον υπόλοιπο κόσμο, δουλεύοντας τη βιοτεχνική παραγωγή τους.
Όταν ο Αλή Πασάς τοποθετήθηκε από την Πύλη στην θέση του ντερβεντζή της Θεσσαλίας, δηλαδή αρχηγός του σώματος για την ασφάλεια των οδικών αρτηριών και των ορεινών διαβάσεων, άρχισε και η ανάμειξη των Τούρκων στις υποθέσεις των ορεινών χωριών. Αρχικά από την πλευρά της Ηπείρου, πολλές οικογένειες στην περίοδο της μεγάλης ακμής του Αλή Πασά αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα χωριά τους (τη Χειμάρρα της Β. Ηπείρου, το Συρράκο, τους Καλαρίτες, το Ματσούκι), και να εγκατασταθούν στα χωριά της Πίνδου. Τελικά και αρκετά από τα πιο αδύναμα βλαχοχώρια του Ασπροποτάμου, υπέκυψαν και έγιναν τσιφλίκια του Αλή Πασά και των γιων του. Άλλοι από τους κατοίκους των χωριών αναγκάστηκαν να πληρώνουν ενοίκιο για να βόσκουν τα κοπάδια τους στα προγονικά λιβάδια, όπως οι κάτοικοι του Περτουλίου, της Πύρρας, του Αγίου Νικολάου, του Δροσοχωρίου, του Γαρδικίου και της Αθαμανίας, ενώ άλλοι αναγκάστηκαν να τα εγκαταλείψουν.
Οι τελευταίοι ήταν οι ευκατάστατοι πρόκριτοι, τσελιγκάδες, έμποροι και τεχνίτες. Έφευγαν μεμονωμένα ή κατά ομάδες, ακολουθούμενοι από τις οικογένειες που εξαρτιόταν από αυτούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η οικογένεια του Γούσιου Χατζηπέτρου, ενός δραστήριου προύχοντα μεγαλοτσέλιγκα και εμπόρου μάλλινων ειδών από το Νεραϊδοχώρι. Οι Χατζηπετραίοι έπεσαν στη δυσμένεια του Αλή, καθώς αρνούνταν τη συνεργασία και την υποταγή. Η οικογένεια καταστράφηκε οικονομικά και στα 1812, οι δυο μικρότεροι από τους γιους του Γούσιου, ο Γιαννάκης και ο Χριστόδουλος Χατζηπέτρος, αναζήτησαν καλύτερη τύχη στις Σέρρες, όπου η οικογένεια είχε αναπτύξει δραστηριότητες.
Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος της εξόδου από τα χωριά της Πίνδου μέσα στις συνθήκες που γεννούσε η εξουσία του Αλή Πασά, αρκεί μια σύγκριση των πληθυσμιακών στοιχείων που δίνει ο F. Pouqueville για την περίοδο ανάμεσα στο 1806 με 1815, με τα δημογραφικά δεδομένα του κώδικα Τρίκκης του 1820, ο οποίος συντάχτηκε με εντολή του Αλή Πασά για φορολογικούς λόγους. Στο Γαρδίκι, από 120 οικογένειες απόμειναν μόνο 70, στο Νεραϊδοχώρι από 300 μόνο 40, στη Δέση από 80 μόνο 70, στην Αθαμανία από 80 μόνο 28, ενώ στο Δροσοχώρι-Άγιο Νικόλαο από 300 οικογένειες απόμειναν πια μόνο 40. Η πτώση του Αλή Πασσά και ο θάνατός του το 1822, δεν απάλλαξαν τα ορεινά χωριά από τις καταστροφές, καθώς συνέπεσαν με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης. Στη νεότερη Ελλάδα, καθοριστική ήταν και η συμμετοχή των χωριών της Πίνδου στην κατοχή και στην εθνική αντίσταση.
Δημοτικές Κοινότητες
Άγιος Νικόλαος
Ο Άγιος Νικόλαος, γνωστό και ως Καμνάι, είναι ένα από τα αυθεντικά χωριά της Πίνδου που διατηρεί μέχρι και σήμερα πετρόχτιστα σπίτια του 19ου αιώνα. Χτισμένο σε υψόμετρο 1.000μ., με μόλις 20 κατοίκους, απέχει από τα Τρίκαλα 66 χλμ. Περιβάλλεται από τις κορυφές Καπ-Γκράς (βλάχικη ονομασία που σημαίνει »χοντρό κεφάλι») και Ξεροβούνι, ενώ τα δάση της Μάμπλας, της Κηπιάς, της Πέτρας και του Χαλικίου, ανάμεσα στα οποία κινούνται σαν στο σπίτι τους αρκούδες, πέρδικες, λύκοι κ.α., συμπληρώνουν την απαράμιλλη ομορφιά του χωριού.
Το όνομα του οικισμού προέρχεται από το σλαβικό Kamy, Kamene που σημαίνει πέτρα, πετρότοπος. Λέγεται, πως κατά την αρχαιότητα οι κάτοικοι είχαν δημιουργήσει στην τοποθεσία αυτή καμίνια, τα οποία χρησιμοποιούσαν για τα τσουκάλια τους αλλά και για να κατασκευάζουν κεραμίδια, πυθάρια κλπ. Στην συνέχεια, το 1955 ο οικισμός μετονομάστηκε σε «Ψυχή», μέχρι το 1961, που τελικά πήρε το όνομα «Άγιος Νικόλαος», από τον ενοριακό ναό του Αγίου Νικολάου.
Παρά το γεγονός ότι στην συντριπτική πλειοψηφία των χωριών του Ασπροποτάμου οι κάτοικοι μιλούσαν την βλάχικη γλώσσα, το Καμνάι ήταν ελληνόγλωσσο, όπως και τα γειτονικά χωρία Δροσοχώρι και Αθαμανία. Αν και υπήρξε κάποτε βλαχόφωνο, εγκατέλειψε την βλάχικη μετά από προτροπή του πατρο-Κοσμά Αιτωλού, ο οποίος πέρασε από την περιοχή του Ασπροποτάμου περί το 1777, στο πλαίσιο προσπαθειών εθνικής αφύπνισης και καλλιέργειας αισθημάτων ομογένειας και ομοψυχίας κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.
Όπως στα περισσότερα βλαχοχώρια, έτσι και στο Καμνάι, το χειμώνα επικρατεί απόλυτη ησυχία και πολύ σπάνια ακούς ανθρώπινη φωνή, ενώ πιο δυνατά ακούς τις φωνές των ζώων που κυκλοφορούν μέσα στα δάση και το βουητό των χειμάρρων που το διασχίζουν. Αντίθετα το καλοκαίρι, οι Καμναΐτες φθάνουν στο χωριό τους με πολλή ανυπομονησία και χαρά που θα ξαναβρούν τους συγχωριανούς τους και θα αναπολήσουν τα παλιά. Η κορυφή του Καπ-Γκράς αποτέλεσε στο παρελθόν παρατηρητήριο των κλεφτών γιατί μπορούσαν από αυτό το σημείο να παρακολουθούν από τη Μεσοχώρα μέχρι το Γαρδίκι και την Αθαμανία.
Μόλις τρία χιλιόμετρα μακριά από το χωριό , στον δρόμο που οδηγεί προς τα Τρία Ποτάμια και τα υπόλοιπα χωριά του Ασπροποτάμου, συναντά κανείς τον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Ασφάκας. Ακολουθώντας μία διαδρομή μέσα στα έλατα και τους πλατάνους, βλέπει κανείς να ξεπροβάλλει, μέσα από τον βράχο, η μικρή πέτρινη εκκλησία, που αποτελεί στολίδι της περιοχής και προσελκύει πλήθος επισκεπτών.
Ο ναός εγκαινιάστηκε το 2005, ενώ η κατασκευή του χρηματοδοτήθηκε από τους κατοίκους του Αγίου Νικολάου (Καμνάι). Όμοια και οι τοιχογραφίες που κοσμούν το εσωτερικό του, αποτελούν δωρεές χωριανών και επισκεπτών από την ευρύτερη περιοχή του Ασπροποτάμου.
Εντύπωση προκαλεί η εικόνα που βρίσκεται ζωγραφισμένη πάνω στον βράχο που αγκαλιάζει την εκκλησία και μπορεί κανείς να θαυμάσει από το προαύλιο του ναού. Η εικόνα παρουσιάζει την μορφή του Αγίου Νικολάου.
Κάθε χρόνο, το πρώτο Σαββατοκύριακο μετά τις 20 Μαΐου, διοργανώνεται στον Άγιο Νικόλαο Ασφάκας το «Μπλοτς». Μετά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας ακολουθεί γεύμα με πρόβειο κρέας και τραχανά που παρασκευάζεται και διανέμεται από τους κατοίκους του χωριού.
Επίσης έχουμε και το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής με τριήμερο γλέντι που στήνεται στην πλατεία του χωριού.
Αθαμανία
Στα ορεινά του Ν. Τρικάλων, στους πρόποδες τις Πίνδου, και σε υψόμετρο 940μ., σε μια περιοχή κατάφυτη από έλατα, βρίσκεται το χωριό Αθαμανία (έως το 1961 Μουτσιάρα) της δημοτικής ενότητας Αιθήκων, με 27 κατοίκους. Η Αθαμανία βρίσκεται στο δυτικό άκρο του νομού, στις ανατολικές κλιτύς των Τζουμέρκων, 86 χλμ. δυτικά της πόλης των Τρικάλων ανάμεσα στις κορυφές Κακαρδίτσα, Πλούν και Περτούσα. Μπορεί κανείς να φτάσει στο χωριό ακολουθώντας τη διαδρομή από Ελάτη (απόσταση 52 χλμ.) και από Καλαμπάκα (απόσταση 76 χλμ.).
Επί τουρκοκρατίας της δόθηκε το όνομα Μουτσιάρα που σημαίνει πολύ νερό. Το σημερινό της όνομα προέρχεται από την αρχαία Αθαμανία που κατά την αρχαιότητα περιελάμβανε τα γύρω μέρη. Το χωριό είναι χωρισμένο σε δυο μαχαλάδες λόγω του ρέματος που το διασχίζει, και έπειτα χύνεται στο μουτσιαρίτικο ρέμα, έναν από τους παραποτάμους του Αχελώου. Πρόκειται για ένα από τα πλέον ατμοσφαιρικά βλαχοχώρια της περιοχής. Είναι περιοχή για «ψαγμένους» επισκέπτες, που εκτός από την άψογη φιλοξενία που θα τύχουν, θα αφουγκραστούν την ιστορία μέσα από τα φυλλώματα και τις κορυφές, στη γη της περήφανης φυλής των πολεμοχαρών αρχαίων Αθαμανών.
Αποτελεί την αφετηρία για την ανάβαση προς την ψηλότερη κορυφή των Τρικάλων «Κακκαρδίτσα» στα 2.429μ. και της πεζοπορικής διαδρομής στο φαράγγι του Μουτσιαρίτη ποταμού και ιδιαίτερα τις πηγές στη θέση «στενό» και τέρμα στη θρυλική «δρακότρυπα». Η σπουδαιότερη εκκλησία η οποία βρίσκεται στο κέντρο του χωριού είναι η Αγία Παρασκευή η οποία είχε κάποτε αρκετούς μοναχούς και 12 κελιά. Άλλα χριστιανικά μνημεία είναι η μεταμόρφωση του Σωτήρος, ο ναός του Αγίου Αθανασίου, στον οποίο σώζονται παλιές τοιχογραφίες, καθώς και τα ξωκλήσια των 12 Αποστόλων, του Αη Γιάννη και του Προφήτη Ηλία.
Το παλιό δημοτικό σχολείο της Αθαμανίας χαρακτηρίσθηκε ως έργο τέχνης. Χτίστηκε το 1901 και παρουσιάζει ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό και μορφολογικό ενδιαφέρον. Eπίσης, αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα της αρχιτεκτονικής των χωριών του Aσπροποτάμου. Eίναι κτίριο διώροφο, λιθόκτιστο, με ορθογωνική κάτοψη και αρμονικό σε όγκο, με αξιόλογες κατασκευαστικές λεπτομέρειες, όπως οι λαμπαδιές των ανοιγμάτων, τα λίθινα ανώφλια των παραθύρων με τα ανακουφιστικά τόξα, το διπλό τοξωτό υπέρθυρο και το λίθινο γείσο της στέγης με οριζόντιες και οδοντωτές ταινίες. H υψομετρική διαφορά της κυρίας εισόδου καλύπτεται με εξωτερική λιθόκτιστη σκάλα, της οποίας το πλατύσκαλο είναι στεγασμένο με λιθόκτιστο στέγαστρο. Το λιθόκτιστο στέγαστρο ακουμπά σε στρογγυλές λίθινες κολώνες που συνδέονται μεταξύ τους, καθώς και με το κτίριο, με τρία τόξα. Όλα τα παραπάνω στοιχεία, το καθένα ξεχωριστά αλλά και στο σύνολό τους, συνθέτουν την έννοια του έργου τέχνης.
2 χιλιόμετρα μετά το χωριό, στον ποταμό Μουτσιαρίτη βρίσκεται το Φαράγγι της Αθαμανίας ή Στενό κατά τους ντόπιους Το φαράγγι προς το τέλος του γίνεται πιο στενό και εντυπωσιακό με ιδιαίτερους γεωλογικούς σχηματισμούς και ιζηματογενή πετρώματα που εντυπωσιάζουν και θυμίζουν το Γκραντ Κάνιον στην Αριζόνα. Είναι ένα γεωλογικό φαινόμενο που σπάνια το συναντά κανείς στη χώρα μας.
Στο φαράγγι υπάρχουν 3 παράπλευροι καταρράκτες και ο 4ος στο κυρίως ρέμα στο τέλος της διαδρομής, που βγαίνουν από τις πηγές της Κακαρδίτσας και του Κριάκουρα. Τα τρεχούμενα νερά σχηματίζουν φυσικές πισίνες με δροσιστικά και καθαρά νερά
Βροντερό
Το Βροντερό, ένα μικρό χωριό 67 κατοίκων πνιγμένο στο πράσινο, βρίσκεται σε υψόμετρο 903μ., σε απόσταση 68 χλμ. νοτιοδυτικά των Τρικάλων. Ως το 1928 ονομαζόταν Λάντς. Το όνομα Βροντερό το αποδίδουν οι κάτοικοι στις βροντές των όπλων που έπεσαν όταν εκεί διοργανώθηκε το πρώτο συμβούλιο των Καπεταναίων, όπως οι Στουρναραίοι, αλλά και ο επικηρυγμένος από τους Τούρκους Θεόδωρος Μαρκαντάς. Στο Βροντερό βρήκε καταφύγιο και ο γνωστός στην περιοχή λήσταρχος Τζατζάς, προς τιμήν του οποίου ονομάσθηκε και μια βρύση. Το διασχίζουν οι παραπόταμοι του Πορταϊκού, ο Τζαρμπάνος και ο Μύλος, ενώ περιστοιχίζεται από όμορφα καστανοδάση. Ακολουθώντας ένα στενό δασικό δρόμο φθάνει κανείς στις κορυφές της Καζάρμας και του Άνω Λάπατου, απ’ όπου και μπορεί να περιηγηθεί νοερά από τη λίμνη του Μέγδοβα ως και το Περτούλι.
Η περιλάλητη στην περιοχή φράση «χαμπέρια από το Λάντς», επιβεβαιώνει τη φήμη που είχε το χωριό σαν «ανταποκριτής» των νέων της περιοχής. Αυτό οφειλόταν στο πολυτάξιδο πνεύμα των κατοίκων του χωριού, αλλά και στο γεγονός ότι στη θέση «καστανόδασος της Καργώνας» λειτουργούσε χάνι, που ήταν στέκι όλων όσων περνούσαν από την περιοχή. Στο Βροντερό τα πανηγύρια γίνονται του Αη Γιωργιού και του Προφήτη Ηλία, με γλέντι και φαγητό στα καζάνια που στήνονται στο προαύλιο των εκκλησιών, αλλά και του Σωτήρος, όπου το γλέντι μεταφέρεται στα τοπικά καταστήματα.
Γαρδίκι
Το Γαρδίκι, είναι χτισμένο στον ορεινό όγκο της Κακαρδίτσας των Αθαμανικών ορέων (Τζουμέρκων) της Νότιας Πίνδου, και για την ακρίβεια στη νοτιοανατολική πλαγιά της κορυφής Κουρούνα (1.988μ.) και σε υψόμετρο 1.100μ. Απέχει 81 χλμ. από τα Τρίκαλα και έχει 134 κατοίκους. Το όνομά του, Γκαρντίστι στα βλάχικα, αποτελεί παραφθορά της λέξης “γκάρντου” που σημαίνει οχυρό, ταμπούρο. Ιστορικά, στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα το Γαρδίκι, μνημονεύεται αρχαίος οικισμός με την πρωτεύουσα του στη θέση “Βρύσες”, κάπου 250μ. ψηλότερα από το συνοικισμό Παλαιοχώρι. Ακόμα και σήμερα σώζονται ερείπια και κομμάτια από κεραμίδια. Προπολεμικά είχαν γίνει ανασκαφές και βρέθηκαν αρχαία νομίσματα με τη λέξη “Αθαμάνων”. Πρώτος βασιλιάς της Αθαμανίας ήταν ο Αθάμας.
Στα νεότερα χρόνια, την πρώτη καταγραφή του χωριού τη βρίσκουμε το 1.454 μ.Χ., στην πρώτη επίσημη απογραφή των Τούρκων μετά την άλωση της Πόλης και την οριστική πτώση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, αναφέρεται από τουρκικές πηγές ως «Gardik», Γαρδίκι, Βλαχογαρδίκι. Στο Γαρδίκι μετοίκησαν οι κάτοικοι του οικισμού Λιάσοβο, που βρισκόταν στη δυτική πλευρά του βουνού και διαλύθηκε στο διάστημα μεταξύ 1592-1593 και 1858, αλλά και του οικισμού Κεράσοβο, που βρισκόταν στην περιοχή του σημερινού οικισμού Παλαιοχώρι Γαρδικίου, και διαλύθηκε μεταξύ των ετών 1868 και 1881. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας (1881), το Γαρδίκι εξελίχθηκε σε μεγαλοχώρι και αποτέλεσε την έδρα του πάλαι ποτέ Δήμου Αθαμανών, που περιελάμβανε και τα χωριά Τζούρτζια (Αγ.Παρασκευή), Μουτσιάρα (Αθαμανία), Δέση, Αγ.Νικόλαο (Καμνάι) και Δροσοχώρι (Τυφλοσέλι), και ο οποίος καταργήθηκε το 1912. Έκτοτε υπήρξε έδρα της κοινότητας Γαρδικίου, ως την εφαρμογή του σχεδίου Καποδίστριας.
Σήμερα στο Γαρδίκι υπάρχουν 850 σπίτια τα οποία είναι ακατοίκητα τους χειμερινούς μήνες ενώ ζωντανεύουν από την άνοιξη έως το φθινόπωρο. Το καλοκαίρι, και ειδικά τον Αύγουστο, ο πληθυσμός υπερβαίνει τις 5000.
Θρησκευτικά μνημεία αποτελούν η Κοίμηση της Θεοτόκου (1700), ο Προφήτης Ηλίας (1913), ο Άγιος Αθανάσιος (1893), το μοναστήρι Aνταποδόσεως της Θεοτόκου (1830) το οποίο χτίσθηκε από τους κλεφταρματολούς αδερφούς Χύτα, καθώς και τα ερειπωμένα ξωκλήσια των Αγίων Αναργύρων και της Αγίας Τριάδος.
Ο Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι η κεντρική εκκλησία του χωριού. Ένας ναός σε ρυθμό βασιλικής με τρούλο, χτισμένος με πέτρα, το 1700 μ.Χ. Η μητρόπολη του χωριού λειτουργεί κάθε Κυριακή του καλοκαιριού και πανηγυρίζει στις 15 Αυγούστου. Το ετήσιο πανυγήρι πραγματοποιείται της Παναγίας από 14 εώς 17 Αυγούστου στην πλατεία του χωριού το οποίο μοιάζει με πολυσύχναστη πόλη. Στις 17 Αυγούστου γίνεται ο χορός των γερόντων. Στο πρώτο μέρος η ορχήστρα και το πλήθος αποτείουν φόρο τιμής στους γεροντότερους τραγουδώντας τους ενώ εκείνοι είναι καθισμένοι ενώ στο δεύτερο μέρος πραγματοποιείται ο πολεμικός χορός στον οποίο οι γεροντότεροι χορεύοντας αναπαριστάνουν πολεμικές σκηνές. Μετά τον πολεμικό χορό, χορεύουν και τραγουδούν τοπικά τραγούδια κρατώντας στα χέρια τους αναμμένες λαμπάδες. Η ιερά μονή Αγίας Τριάδας είναι παραδοσιακή, πέτρινη εκκλησία, χτισμένη το 1750 μ.Χ, από το Γαρδικιώτη ιερομόναχο Ιωαννίκιο, και αποτελεί τη δεύτερη παλαιότερη εκκλησία του χωριού. Τιμάται στη μνήμη της Αγίας Τριάδος και πανηγυρίζει στις 6 Αυγούστου, της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Με υπουργική απόφαση, και οι δύο αυτοί ναοί, έχουν χαρακτηριστεί ως ιστορικά, διατηρητέα μνημεία.
Δέση
Η Δέση βρίσκεται σε υψόμετρο 1.070μ., με πολλές πηγές, χειμάρρους και καταρράκτες. Απέχει 63 χλμ. από τα Τρίκαλα και έχει 54 κατοίκους. Οι κοντινές κορυφογραμμές Αυγό, Χαμένο, Ξηροβούνι και Μεσοβούνι, σε συνδυασμό με τα πυκνόφυτα δάση, δημιουργούν ένα αλπικό τοπίο που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τα αντίστοιχα της Ευρώπης. Στο χωριό σχηματίζονται δύο καταρράκτες. Ο πρώτος με ύψος 100μ. δεσπόζει στη θέση Κρεμαστή είναι ο μεγαλύτερος που συναντάμε στην Πίνδο και ο δεύτερος με ύψος 30μ. είναι ο μικρότερος. Ονομάζεται και καταρράκτης της Λέγκως έχει ύψος 20 μέτρα και βρίσκεται στη θέση Γκούρα Μπατιμάρι. Τα νερά του προέρχονται από υπόγειο ποτάμι το οποίο διέρχεται από το Σπήλαιο της Λέγκως όπου, σύμφωνα με την παράδοση, γύρω στη δεκαετία του 1920 κλέφτηκε η όμορφη Λέγκω με έναν χωριανό από το Βροντερό, επειδή οι δικοί της δεν τον ήθελαν για γαμπρό τους.
Τη Δέση ομορφαίνουν με τη χαρακτηριστική τους αρχιτεκτονική και κατασκευή τα πετρόκτιστα σπίτια. Από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα της αρχιτεκτονικής του χωριού είναι τα σπίτια των Διάκου, Κουτούζα και το Πατρικέικο που χτίστηκε το 1620 Στο παραδοσιακό σύνολο βάζουν τη σφραγίδα τους οι πετρόκτιστες βρύσες όπως και ο παραδοσιακός νερόμυλος. Η Ι.Μ. Αγίας Τριάδας της Δέσης, κηρύχθηκε με υπουργική απόφαση ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο, με ζώνη προστασίας 200μ.
Έχει εξαίσιο ξυλόγλυπτο τέμπλο και το παρεκκλήσι λειτουργούσε σαν κρυφό σχολειό.
Στα πανηγύρια του χωριού, στις 20 Ιουλίου του Προφήτη Ηλία και στις 15 Σεπτεμβρίου του Αγίου Βησσαρίωνα, γίνεται μεγάλο γλέντι στην πλατεία με παραδοσιακή μουσική, χορούς και φαγητό με πλιγούρι και πρόβειο κρέας, τα λεγόμενα «καζάνια».
Δροσοχώρι
Το Δροσοχώρι (παλιά ονομασία Τυφλοσέλι) είναι χτισμένο σε υψόμετρο 950μ. και πήρε τη σημερινή του ονομασία το 1963 μ.Χ. Βρίσκεται σε απόσταση 68 χλμ. από τα Τρίκαλα και έχει 18 κατοίκους. Πολλοί το θεωρούν το πιο γοητευτικό και το πιο όμορφο χωριό της Πίνδου γιατί η θέση όπου έχει χτιστεί είναι μοναδική, σ’ ένα χαμηλό πλάτωμα. Οι πανύψηλες κορυφές που υψώνονται γύρω του, όπως αυτές της Τσούκας, της Τσάρτας και του Αυγού, δείχνουν να το προστατεύουν και να το σκιάζουν τόσο πολύ, που ακόμα και το φεγγάρι κρύβεται από το ύψος τους (γι’ αυτό και η παλιά ονομασία Τυφλοσέλι). Όπου και να στρίψεις τη ματιά σου θα συναντήσεις πηγές, ενώ ο καταρράκτης “Μάνα του Νερού” τρέχει ιλιγγιωδώς με πτώση νερού 8μ.
Βέβαια και από το Δροσοχώρι δεν απουσιάζουν άγρια ζώα, όπως λύκοι και αρκούδες που μπορεί να τα συναντήσει κανείς στο βιότοπο που δημιουργείται στη θέση “Σπιτάκι”. Όπως και στον Αγ. Νικόλαο έτσι και στο Δροσοχώρι, επώνυμοι ραφτάδες άφησαν τη σφραγίδα τους με τις στολές να πωλούνται μέχρι και τον κάμπο. Στην άκρη του χωριού στέκει αγέρωχος ο ναός των Αγίων Αποστόλων με τοιχογραφίες Σαμαριναΐων ζωγράφων που χρονολογούνται στα 1867 μ.Χ. Τη γιορτή τους τη γιορτάζουν με ένα μοναδικό τρόπο, ανάβοντας φωτιές και προσφέροντας το παραδοσιακό «μπλοτς», φαγητό βασισμένο στο πληγούρι, ενώ τραγουδούν τοπικά τραγούδια, με το τραγούδι της Σιάνας, της όμορφης κοπέλας που κλέφτηκε με τον αγαπημένο της, να αντιλαλεί σ’ όλη την Πίνδο.
Ελάτη
Σε απόσταση 14 χλμ. από την Πύλη και 36 χλμ. από τα Τρίκαλα συναντάμε τη ναυαρχίδα του ορεινού όγκου, τη γνωστή Ελάτη, με 396 κατοίκους. Είναι χτισμένη σε χαμηλό σχετικά υψόμετρο (920μ.) μέσα στα έλατα, στο νότιο τμήμα της οροσειράς της Πίνδου. Είναι περιτριγυρισμένη από τις κορυφές του Ψήλου, της Αρκουδότρυπας και του Κόκκινου Βράχου και είναι προσβάσιμη όλες τις εποχές του έτους.
Η Ελάτη αποτελεί κι αυτή τμήμα του Αρχαίου Βασιλείου των Αιθήκων. Τα ερείπια του αρχαίου κάστρου στη θέση Παλαιόκαστρο, εκτείνονται από το πλάτωμα που υπάρχει λίγο πιο κάτω από το ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία (υψομ. 800μ.) ως τη θέση Κατώφλι (υψομ. 700μ.). Η αρχική ονομασία Τύρνα ή Τίρνα αναφέρεται στην κοινότητα για πρώτη φορά στην απογραφή των τιμαρίων το 1423 μ.Χ., και ανήκε στο τιμάριο του Maxmud, αν και το όνομα έχει σλάβικες ρίζες και σημαίνει αγκαθότοπος. Η ονομασία αυτή διατηρήθηκε έως το 1955 μ.Χ. Μέχρι το 1943 μ.Χ, το χωριό βρισκόταν σε θέση πιο δυτικά στο ποτάμι, οπότε και μεταφέρθηκε στη σημερινή θέση μετά την καταστροφή του από τους Γερμανούς.
Η ορεινότητα και η ομορφιά του χώρου και η αξιόλογη και ποιοτική υποδομή στέγασης και εστίασης, καθιστούν την Ελάτη έναν από τους πιο δημοφιλείς και κοσμοπολίτικους προορισμούς της Ελλάδας. Δεν περιορίζει τον επισκέπτη μόνο στη χειμερινή περίοδο ή εκείνη του Δεκαπενταύγουστου, αλλά μπορεί να τον φιλοξενήσει όλο το χρόνο. Η διαμονή έχει τα χαρακτηριστικά της φιλοξενίας και όχι του απρόσωπου τουρισμού, με παροχές όπως διαμονή σε εξαιρετικούς ξενώνες, ξενοδοχεία και διαμερίσματα όλων των προσωπικών απαιτήσεων και βαλαντίων, τα οποία είναι διαρκώς ανοιχτά. Η διατροφή χαρακτηρίζεται από εξαιρετικής ποιότητας φρέσκα, τοπικά προϊόντα, υπάρχουν δραστηριότητες για ψυχαγωγία για όλες τις ηλικίες και απαιτήσεις, και η παροχή όλων των υπηρεσιών εξασφαλίζει το αίσθημα της οικειότητας και της ασφάλειας.
Στην είσοδο του χωριού βρίσκεται το Άλσος του Προφήτη Ηλία με το ομώνυμο πέτρινο εκκλησάκι. Διαθέτει σύγχρονη παιδική χαρά, αθλητικές εγκαταστάσεις και το κτίριο του πρώην δημαρχείου. Δίπλα, σε μια γραφική πλατειούλα με πέτρινη βρύση και παραδοσιακούς φανοστάτες, λειτουργεί η παραδοσιακή αγορά. Τα ξύλινα σπιτάκια των παραγωγών, προσφέρουν μια μεγάλη ποικιλία από τοπικά προϊόντα και αναμνηστικά.
Ο Ιερός Ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου φημίζεται για το ξυλόγλυπτο τέμπλο που χρονολογείται από το 1822 και φιλοτεχνήθηκε από Ηπειρώτες ξυλογλύπτες.Υπάρχει επίσης και το εξωκκλήσι του Αγίου Γεωργίου λίγα χιλιόμετρα έξω από το χωριό.
Ανάμεσα στην Ελάτη και το Περτούλι υπάρχει το Χιονοδρομικό Κέντρο Περτουλίου, ένα υπέροχο τουριστικό Χιονοδρομικό Κέντρο που λόγω της μικρής του απόστασης από τα χωριά της περιοχής αλλά και τα Τρίκαλα, συγκεντρώνει πολλούς φίλους του σκι.
Καλόγηροι
Οι Καλόγηροι βρίσκονται στο Ν. Τρικάλων, σε υψόμετρο 720μ. και ανήκουν στο δήμο Πύλης. Απέχουν 35 χλμ. από το κέντρο της πόλης των Τρικάλων και μόλις 6 χλμ. από την Ελάτη, και έχουν 144 κατοίκους. Το χωριό συσχετίζει την ονομασία του με την εκκλησιαστική ιστορία του τόπου, αφού ήταν η πατρίδα του ηγούμενου της Μονής Δουσίκου Ιερόθεου.
Η περιοχή χαρακτηρίζεται από μία απαράλλακτη φυσική ομορφιά η οποία ξεπερνά κάθε προσδοκία. Πρώτη απόδειξη της το βουνό του Ασκληπιού, ο Κόζιακας, που συντροφεύει το χωριό και αποτελεί τόπο έλξης πολλών βοτανολόγων εξαιτίας της σπάνιας χλωρίδας του. Τους Καλόγηρους περιβάλλουν οι κορυφές της Τσούκας (1.300μ.), του Μαυροπουλίου (1.700μ.), απ’ όπου φαίνονται τα Στουρναραΐικα, τα Τρίκαλα, η Καρδίτσα και το Νεραϊδοχώρι της Νεράιδας (917μ.), στην οποία βρίσκεται και η σπηλιά της Νεράιδας, απ’ όπου φαίνονται τα Τρίκαλα, τα Χάσια, η Καλαμπάκα και τα Μετέωρα.
Στα δάση της περιοχής συναντά κανείς οξιές, δρύς, πλατάνια, καρυδιές, καστανιές και έλατα. Στον περίπατό του ο επισκέπτης μπορεί να γευτεί τα γάργαρα νερά των άφθονων πηγών, όπως είναι η Σκλήθρα, η Γκούρα, η Βρυσούλα, η Γκορούλα, τα Συμιτέικα, του Λαύρου, και του ρέματος των Καλογήρων. Επίσης εκεί ζει μεγάλος αριθμός ζώων όπως αλεπούδες και αγριογούρουνα, λύκοι και αρκούδες.
Εκτός από τη φυσική ομορφιά του τοπίου ο περιηγητής αξίζει να απολαύσει την αρχιτεκτονική των διασωθέντων εκκλησιών, ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγονται της Αγ. Τριάδος, του Αγ. Φανουρίου, του Προφ. Ηλία, η κεντρική εκκλησία του χωριού του Αγ. Νικολάου καθώς και το ξωκλήσι του Αγ. Νικολάου. Ιστορικό μνημείο του χωριού είναι και το λιθόκτιστο σχολείο που χτίστηκε το 1908 μ.Χ., επί δημάρχου Αιθήκων Νικολού Στουρνάρα, και είχε 100 μαθητές την περίοδο της ακμής του. Εικάζεται ότι oι Καλόγηροι σχετίζονται ειδικότερα με το βασίλειο των Αιθήκων, το αρχαίο Πότναιο. Η άποψη αυτή βασίζεται στα αρχαιολογικά ευρήματα και ειδικότερα στα ερείπια του ελληνιστικού κάστρου στη θέση Παλαιόκαστρο, στο αρχαίο νεκροταφείο.
Νεραϊδοχώρι
Ανάμεσα στα ψηλά βουνά Μαρώσα και Νεράιδα του νομού Τρικάλων βρίσκεται το Νεραϊδοχώρι.
Το Νεραϊδοχώρι είναι κτισμένο αμφιθεατρικά στην πλαγιά Νεράιδα της οροσειράς της Πίνδου σε υψόμετρο 1.200μ. Απέχει μία ώρα τόσο από τα Τρίκαλα όσο και από τα Μετέωρα (50 χλμ.) και μόλις 10 λεπτά από το χιονοδρομικό κέντρο του Περτουλίου (9 χλμ.) και έχει 191 κατοίκους. Αποτελεί ένα από τα πλέον ιστορικά χωριά του δήμου Πύλης και της ευρύτερης περιοχής του Ασπροποτάμου (Αχελώου), καθώς αναφέρεται στους καταλόγους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ενώ εδώ γεννήθηκε ο στρατηγός της ελληνικής επανάστασης του ’21, Χριστόδουλος Χατζηπέτρος. Παλιότερα ήταν γνωστό, ως Χατζηπέτριο και στα νεότερα χρόνια ως Βετερνίκ.
Σύμφωνα με την παράδοση το όνομα Νεραϊδοχώρι προέρχεται από τη φήμη οτι υπήρχαν κάποτε στο χωριό δυο πλούσια και όμορφα κορίτσια, την Μαρία “Μάρω” και την Νεραϊδούλα. Κλέφτες πατήσανε στο χωριό γυρεύοντας να πάρουν αιχμάλωτες τις δυο κοπέλες. Μα εκείνες κατόρθωσαν να ξεφύγουν. Η μια ανέβηκε στην κορυφή του ενός βουνού και η άλλη στην κορυφή του άλλου. Όταν οι κλέφτες φύγανε τα κορίτσια δεν γυρίσανε στο χωριό. Είχαν χαθεί. Οι γέροι και οι γριές του χωριού λέγανε οτι πολλές φορές, τις φεγγαρόλουστες βραδυές βλέπανε τις σκιές τους και τις σκοτεινές νύχτες ακούγανε τις παραπονιάρικες φωνές τους. Από τότε τα βουνά ονομάστηκαν “Μαρόσα” και “Νεράιδα”. Απ’ την παράδοση αυτή το χωριό έλαβε το όνομα “Νεραιδοχώρι”.
Φημίζεται τόσο για το εξαιρετικό κλίμα του όσο και για τη φυσική ομορφιά του, καθώς περιβάλλεται από δάση ενταγμένα σε δίκτυο NATURA 2000. Εκτός από την απαράμιλλη φυσική ομορφιά του, οι επισκέπτες μπορούν να απολαύσουν τοπικά εδέσματα, ανεπανάληπτες διαδρομές εντός περιβάλλοντος NATURA 2000, διαδρομές τόσο για trekking όσο και για mountain bike, καθώς και τη φημισμένη φιλοξενία των κατοίκων. Προσφέρεται τόσο για χαλαρωτικές οικογενειακές διακοπές όσο και για ταξιδιώτες που αναζητούν την περιπέτεια και τις φυσικές δραστηριότητες.
Στο Νεραϊδοχώρι μπορεί κανείς να επισκεφθεί τον Ι.Ν. του Αγίου Νικολάου (τρίκλιτη βασιλική χωρίς τρούλο που χρονολογείται από το 1763), το ξωκλήσι του Αγίου Παντελεήμονα και του Προφήτη Ηλία, και το μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής (1792), γνωστό και ως «Μονή Τσούκας» και το εκκλησάκι του Αγίου Παντελεήμονα .Το γεφύρι του Χατζηπέτρου (1750), βρίσκεται δύο περίπου χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Νεραϊδοχωρίου και γεφυρώνει το Περτουλιώτικο ρέμα, λίγο πριν τη σμίξη του με το ρέμα Κόρμπου. Το γεφύρι συνέδεε παλιά τα χωριά του Ασπροποτάμου με τον Τρικαλινό κάμπο. Συνδέεται με το καλντεριμωτό μονοπάτι «Σκάλα Κόρμπου» ή «βλαχόστρατα» που οδηγεί στην περιοχή της Ελάτης. Προφορικές μαρτυρίες αναφέρουν ότι το γεφύρι χτίστηκε στο δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα και χρηματοδότης του ήταν ο Γούσιος Χατζηπέτρος, πατέρας του αγωνιστή της Επανάστασης και στρατηγού, Χριστόδουλου Χατζηπέτρου.
Η πέτρινη τοξωτή γέφυρα του Νεραϊδοχωρίου και τμήμα της παλαιάς «Βλαχόστρατας» (λιθόστρωτο μονοπάτι από το γεφύρι έως τη θέση «Αγία Σοφία»), χαρακτηρίσθηκαν με υπουργική απόφαση ως μνημεία, καθότι αποτελούν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες τεχνικές κατασκευές του β΄μισού του 19ου αιώνα και σημαντική ιστορική μαρτυρία για τον τρόπο επικοινωνίας και την κοινωνική οργάνωση της περιοχής και τις μνήμες των κατοίκων.
Στο ποτάμι του Νεραϊδοχωρίου βρίσκεται ο πετρόχτιστος νερόμυλος που χρησιμοποιούνταν για την επεξεργασία τροφών (σιτάρι, καλαμπόκι κ.α.), ούτως ώστε να είναι δυνατή η επιβίωση των τοπικών πληθυσμών κατά τους χειμερινούς μήνες που ήταν αποκλεισμένοι λόγω χιονοπτώσεων. Παράλληλα διέθετε εξοπλισμό και μηχανισμούς για τη χρήση του ως δριστέλα. Η χρήση του νερόμυλου εγκαταλείφθηκε με τη δημιουργία δημόσιου δρόμου και την πληθώρα προσφοράς εμπορευμάτων και τροφών.
Περτούλι
Το Περτούλι είναι χτισμένο αμφιθεατρικά σε υψόμετρο 1.150μ., στις πλαγιές του Κόζιακα. Απέχει 47 χλμ. από τα Τρίκαλα και έχει 102 κατοίκους. Περιτριγυρισμένο από τα ξακουστά βουνά Νεράϊδα, Κόζιακας, Λουπάτα και Αυγό και γεμάτο από πυκνά δάση, καταπράσινα λιβάδια, αγριολούλουδα που με την πολυχρωμία τους ξεπετάγονται δίπλα στα ψηλά έλατα και τα τρεχούμενα νερά του χειμάρρου που γεμίζουν με υδρόβια φυτά, δεν θα ήταν υπερβολή να μιλήσουμε για ένα ορεινό παράδεισο.
Το εκκλησάκι των Αγ. Αποστόλων, μια άσπρη μινιατούρα μέσα στο καταπράσινο τοπίο, που γίνεται ακόμα πιο γραφικό και πανέμορφο όταν το χιόνι σκεπάζει την περιοχή, προσφέρει μια εικόνα που δε μπορεί να τη συλλάβει ο ανθρώπινος νους εάν δεν τη ζήσει από κοντά. Το Περτούλι πρωτοαναφέρεται στον κώδικα 221/8α της Μονής Βαρλαάμ στις αρχές του 10ου αιώνα. Το 1720 το χωριό ερημώθηκε εξαιτίας μιας επιδημίας πανούκλας και ξανακατοικήθηκε από τον Τριαντάφυλλο Χατζή Μπέρτα. Κατά μία εκδοχή, το όνομα του χωριού, (Μπερτούλι, το χωριό του Μπέρτα), οφείλεται σ΄αυτόν. Το όνομα «Περτούλι» συναντάται και σε κατάστιχο του Μεγάλου Μετεώρου το 1741, όπως και σε αναφορά των κατοίκων του Ασπροποτάμου προς τον πασά των Τρικάλων το 1841. Τον Ιούνιο του 1823 κάηκε από τον Αρβανίτη Σελιχτάρ Μπόδα, μαζί με το Νεραϊδοχώρι και την Πύρρα, και έτσι καμμένα τα βρήκαν όταν τα επισκέφθηκαν το 1826, ο Στουρνάρης και ο Κασομούλης. Το Περτούλι ξαναχτίζεται το 1841, όπως και ο πύργος του Χατζηγάκη, εγγονού του Χατζή Μπέρτα. Το 1943 η ιστορία επαναλαμβάνεται για το Περτούλι και καταστρέφεται ξανά, γιατί ήταν η έδρα του Κοινού Γενικού Στρατηγείου των ελληνικών αντιστασιακών οργανώσεων κατά των Άγγλων.
Κατά μήκος της Ε.Ο. Tρικάλων-Άρτας δημιουργείται ένα οροπέδιο όπου εκτείνονται τα Περτουλιώτικα Λιβάδια. Είναι αλπικό τοπίο εξαιρετικής αισθητικής με άφθονη υδρόβια ζωή και ποικιλία χλωρίδας. Τα λιβάδια αποτελούν πόλο έλξης για το σύνολο των επισκεπτών του δήμου αλλά ταυτόχρονα συντελούν στην τοπική οικονομία, η οποία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εκτατική κτηνοτροφία. Το ποτάμι που διασχίζει τα Περτουλιώτικα Λιβάδια είναι ο Ξεριάς ή Περτουλιώτικος που πηγάζει από το όρος Κόζιακα και τα χωρίζει σε μαιάνδρους. Η βλάστηση των λιβαδιών συντηρείται από τη βόσκηση και τους παγετούς που δεν αφήνει τα έλατα να μεγαλώσουν και το δάσος να επεκταθεί μέσα σε αυτά.
Στη θέση «Λιβάδια Περτουλίου» βρίσκεται το χιονοδρομικό κέντρο της περιοχής, που μόνο και μόνο λόγω της μικρής του απόστασης από τα χωριά της περιοχής αλλά και τα Τρίκαλα, συγκεντρώνει τα βλέμματα των φίλων του σκι. Διαθέτει μικρή σχετικά πίστα, που απευθύνεται κυρίως σε λιγότερο έμπειρους σκιέρ, εξοπλισμένη όμως με σκι-λιφτ και τελεφερίκ. Εντυπωσιακή είναι η εικόνα που δίνουν στην είσοδο του χωριού οι κτιριακές εγκαταστάσεις της διοίκησης δάσους Περτουλίου, βασισμένες σε αρχιτεκτονικά σχέδια, του διάσημου αρχιτέκτονα Πικιώνη. Γύρω από το Περτούλι βρίσκεται το ομώνυμο δάσος με έκταση 33.000 περίπου στρεμμάτων, διαχειριζόμενο από τη διοίκηση δάσους Περτουλίου.
Το Περτούλι διαθέτει επίσης πανεπιστημιακό δάσος. Βρίσκεται στην κεντρική Πίνδο και εκτείνεται από τις δυτικές πλαγιές του Κόζιακα μέχρι τις βορειοανατολικές πλαγιές της Μπουντούρας, σε υψόμετρο 1.150-2.060μ., εκτεινόμενο κατά μήκος της επαρχιακής οδού Τρικάλων-Ασπροποτάμου. Το δάσος είναι ιδιοκτησίας του ελληνικού δημοσίου και η νομή του μαζί με τα δημόσια νομήματά του έχουν παραχωρηθεί στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης από το έτος 1934. Η έκταση όλου του πανεπιστημιακού δάσους Περτουλίου ανέρχεται σε 3.296,59 εκτάρια, από τα οποία τα 2.361,83 είναι δάσος. Σκοπός του πανεπιστημιακού δάσους είναι η πρακτική εκπαίδευση των φοιτητών του τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του Α.Π.Θ., η έρευνα και η πρότυπη εκμετάλλευση του δάσους.
Οι πολιτιστικές εκδηλώσεις του χωριού περιλαμβάνουν το πανηγύρι της Αγίας Κυριακής (6-7 Ιουλίου), της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος (5-6 Αυγούστου), και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (14-15 Αυγούστου). Οι πανηγυρικές εκδηλώσεις ξεκινούν με λειτουργία, όπου πλούσια προσφέρονται ντόπια εδέσματα (κυρίως κρέας, πίτες, γαλακτοκομικά) και κορυφώνονται με γλέντι, με τη συμμετοχή των παρευρισκομένων, με δημοτικά παραδοσιακά συγκροτήματα. Τον Ιούνιο γίνεται η γιορτή των μελισσοκόμων στην εκκλησία της Αγίας Κυριακής. Τέλη Ιουνίου πραγματοποιείται κάθε χρόνο στα Περτουλιώτικα Λιβάδια η μεγάλη και σχετικά πρόσφατη γιορτή, που είναι το «Αντάμωμα των Σαρακατσαναίων». Σαρακατσάνοι από όλη την Ελλάδα συγκεντρώνονται για να αναπαραστήσουν τον παλιό νομαδικό τρόπο ζωής, στήνοντας «κονάκια», αργαλειούς, και μαγειρεύοντας παραδοσιακά φαγητά υπό τους ήχους της παραδοσιακής μουσικής τους.
Πύρρα
Η Πύρρα είναι ένα από τα πιο όμορφα χωριά της Πίνδου, απέχει 59 χλμ. από την πόλη των Τρικάλων και έχει 47 κατοίκους. Είναι κτισμένο σε υψόμετρο 1.056μ., μέσα σε πυκνά δάση, όπου η οξιά και η βαλανιδιά σκορπούν απλόχερα το οξυγόνο, με τις κορυφές Αυγό, Τσούμα και Χαμένο να κάνουν ακόμα πιο έντονο το εκπληκτικό τοπίο, είτε κάτω από το λαμπερό φως του ήλιου, είτε καλυμμένες από το κάτασπρο στρώμα του χιονιού. Το τοπίο αυτό, που μοιάζει με ανάγλυφο γεωφυσικό χάρτη, συμπληρώνουν με την έντονη ροή τους οι δαιδαλώδεις χείμαρροι, οι πολλές φυσικές πηγές και βρύσες που τα νερά τους καταλήγουν στον Καμναΐτικο ποτάμι.
Σύμφωνα με την παράδοση, η Πύρρα, πήρε το όνομα της από το βασιλιά Πύρρο, ο οποίος έκτισε την περιστοιχισμένη με κάστρο πολιτεία της Πύρρας στη θέση «Φονίσκα». Η παράδοση επαληθεύτηκε όταν κατά τη διάνοιξη του δρόμου της Πύρρας-Δέσης βρέθηκαν ακόντια της προχριστιανικής εποχής. Η παράδοση αναφέρει ακόμη ότι στην ίδια τοποθεσία (Φονίσκα) υπάρχει η «χρυσή περικεφαλαία» του βασιλιά Πύρρου. Στην περιοχή της Πύρρας, έχουν εντοπισθεί πολλά σπήλαια, τα οποία παραμένουν δυστυχώς ανεξερεύνητα. Στο σπήλαιο, στη θέση« Καζάνια», παρά το γεγονός ότι είναι σχεδόν απροσπέλαστο, έχουν εντοπιστεί σταλαγμίτες και σταλακτίτες του, ενώ διαθέτει και ένα μοναδικό και σπάνιο για τα σπηλαιολογικά δεδομένα, υπόγειο καταρράκτη. Το ίδιο μας εντυπωσιάζει και το σπήλαιο στη θέση «Σαρμανίτσα». Στη θέση Καζάνια θυμούνται οι γέροντες του χωριού τη φημισμένη δριστέλα όπου έπλεναν τα ρούχα, γνωστά ως «σκουτιά», που τα ύφαιναν στους αργαλειούς τους και τα πήγαιναν ως εμπόρευμα προς πώληση σε πολλές αγορές ακόμα και της Κύπρου, όπως λένε καμαρώνοντας οι κάτοικοι.
Στην νότια είσοδο του χωριού βρίσκεται πέτρινο γεφύρι, που γεφυρώνει το ρέμα Κρυόβρυση που χύνεται στον Καμναΐτικο ποταμό. Το γεφύρι συνέδεε παλιά την Πύρρα με το Νεραϊδοχώρι δια μέσου ενός απότομου και επικίνδυνου καλντεριμωτού μονοπατιού (Σκάλα Πύρρας), που άρχιζε κοντά στο γεφύρι. Το μονοπάτι καταστράφηκε από τα μπάζα κατά την διάνοιξη του δασικού δρόμου Νεραϊδοχωρίου-Πύρρας το 1954. Με υπουργική απόφαση, το γεφύρι και ζώνη προστασίας 50μ. περιμετρικά αυτού, χαρακτηρίσθηκε ως μνημείο.
Η Ι.Μ. Προφήτη Ηλία και Αγίου Μοδέστου, που βρίσκεται βορειοανατολικά της δημοτικής κοινότητας Πύρρας, χαρακτηρίσθηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο με ζώνη προστασίας 150μ. Από την Ιερά Μονή σώζεται σήμερα το Καθολικό της και στη νότια πλευρά διώροφο κτίσμα, όπου λειτουργούσε στον α’ όροφο το αρχονταρίκι και στον β’ το ηγουμενείο. Η αρχιτεκτονική της Μονής, όσο και το εικονογραφικό της πρόγραμμα και η υπογραφή των Σαμαριναΐων ζωγράφων, καθιστούν σημαντικό για την περιοχή της Πίνδου το μνημείο.
Ο Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου, είναι μονόκλιτος, πλακοσκέπαστος, με λίγες φθαρμένες τοιχογραφίες στο εσωτερικό του (τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.). Ο Ιερός Ναός Αγίας Παρασκευής,είναι τρίκλιτη βασιλική (1892), βρίσκεται μέσα στο χωριό, με πέτρινο ηρώο στην αυλή της (έργο του Μενέλαου Καταφυγιώτη). Είναι χτισμένη στη θέση παλιότερου ναού από τον οποίο προέρχεται το -γιο Ποτήριο (το οποίο φυλάσσεται) όπως και το Άγιο Ποτήριο του ναού του Αγίου Νικολάου (17 ή 18ου αι.) του χωριού.
Το χωριό πανηγυρίζει στις 26 Ιουλίου, της Αγίας Παρασκευής (στην ομώνυμη εκκλησία) και είναι τριήμερο. Την πρώτη μέρα μετά το πέρας της θείας λειτουργίας και αρτοκλασίας ακολουθεί γλέντι στην πλατεία του χωριού. Στις 27 Ιουλίου, τη δεύτερη μέρα, γιορτάζεται η μνήμη του Αγίου Παντελεήμονα. Το πανηγύρι κορυφώνεται την τρίτη μέρα το απόγευμα όπου αναβιώνει στο χωριό ένα έθιμο με πολύ παλιές ρίζες, η αναπαράσταση ενός γάμου σατυρικού

















































